1/3/10

Άτομα με ειδικές ανάγκες

Μια ιδιαίτερα ευαίσθητη κοινωνική ομάδα που είναι παραμελημένη τόσο από την πολιτεία όσο και από τους πολίτες είναι αυτή των ατόμων με ειδικές ανάγκες.
Άτομα με ειδικές ανάγκες θεωρούνται όσοι έχουν μόνιμες ή προσωρινές βλάβες, ανικανότητες, αδυναμίες, αναπηρίες ή συνδυασμό των παραπάνω, και προέρχονται από φυσική, ψυχική ή νοητική ανεπάρκεια.
Τα άτομα αυτά αρχικά πρέπει να συμφιλιωθούν με την ιδιαιτερότητά τους. Αυτό γίνεται με ψυχολογική υποστήριξη, εμψύχωση από το περιβάλλον τους (οικογενειακό και κοινωνικό) αλλά και από εξειδικευμένους θεραπευτές, ανάλογα με το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν.
Η ανεξαρτησία είναι πολύ σημαντική για αυτό το λόγο οι θεραπευτές προσπαθούν σε πρώτη φάση να βγάλουν αυτούς τους ανθρώπους έξω από το σπίτι και ύστερα να τους κεντρίσουν το ενδιαφέρον με πράγματα και δράσεις με τα οποία θα μπορούσαν να ασχοληθούν. Η πολιτεία βέβαια φέρει μεγάλες ευθύνες και πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε αυτά τα άτομα να μπορούν να είναι απόλυτα ενταγμένα στην κοινωνία, να μην αισθάνονται κατώτερα, να μπορούν να εργάζονται, όταν αυτό είναι δυνατό και να απολαμβάνουν τη ζωή όπως κι οι υπόλοιποι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι με κινητικά προβλήματα, για παράδειγμα, αντιμετωπίζουν πολλές δυσκολίες στις μετακινήσεις τους αφού δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές ούτε στους δρόμους, ούτε στα μέσα μεταφοράς, ούτε στις δημόσιες υπηρεσίες, ούτε στα σχολεία. Τα άτομα αυτά αισθάνονται ανεπαρκή και βιώνουν αρνητικά συναισθήματα αφού πολλές φορές, ακόμα κι αν προσπαθούν, δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν όχι λόγω της αναπηρίας τους αλλά λόγω της έλλειψης υποδομών και προϋποθέσεων. Από την άλλη πλευρά αισθάνονται ακόμα πιο άσχημα όταν αντί της ίσης μεταχείρισης που δικαιούνται εισπράττουν το λοξό βλέμμα, το υποτιμητικό χαμόγελο, την ολοκληρωτική αδιαφορία.
Είναι το λιγότερο ντροπή να υποτίθεται ότι ζούμε σε μια πολιτισμένη κοινωνία και κράτος και πολίτες να συμπεριφερόμαστε μ’ αυτόν τον τρόπο. Οι άνθρωποι με ιδιαιτερότητες είναι σαν όλους τους υπόλοιπους και δεν έχουν ανάγκη τον οίκτο αλλά την ίση μεταχείριση.

Καρυπίδου Εριέτα
Κίτσου Γιαννούλα
Λιόλου Ηρώ
Λιόλου Δώρα

Ρατσισμός και γυναίκες

Η πραγματική ισότητα ανάμεσα στα δυο φύλα επιβάλλεται μέσα από τη νομοθεσία;
Μήπως μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες;
Ίσως διαμορφώνεται μέσα από την πνευματική καλλιέργεια;
Περνά τελικά από το δρόμο που χαράζει η παιδεία και η κατάλληλη διαπαιδαγώγηση;
Πόσα βήματα έχει κάνει η ανθρωπότητα σ’ αυτόν τον τομέα;
Έχουμε κατακτήσει τον απόλυτο σεβασμό και την κατανόηση της φυσικής και συναισθηματικής ιδιαιτερότητας των δύο φύλων;
Η πραγματικότητα μάλλον δείχνει ότι ενώ έχουν γίνει πολλά βήματα, απέχουμε πολύ από την επίτευξη της πλήρους ισότητας μεταξύ των δύο φύλων.
Για να δούμε είναι έτσι τα πράγματα ή είμαστε υπερβολικές «πάλι» οι γυναίκες;
Η νομοθεσία έχει ασφαλώς ενισχύσει τη χειραφέτηση των γυναικών. Παρατηρούμε επίσης ίσες αμοιβές για τις ίδιες υπηρεσίες σε άνδρες και γυναίκες τα τελευταία χρόνια. Παρατηρούμε την είσοδο, για να μην πούμε την εισβολή των γυναικών στην αγορά εργασίας και τα δημόσια αξιώματα.
Τι συμβαίνει όμως με τις ανώτερες θέσεις εργασίας, με τη συμμετοχή των γυναικών σε κέντρα αποφάσεων, σε ανώτερες διοικητικές θέσεις, στην πολιτική ζωή;
Είναι αλήθεια ότι έχει κατακτήσει η γυναίκα πολλά δικαιώματα αλλά πόσο μακριά είμαστε από την νοοτροπία που θέλει τη γυναίκα στην κουζίνα και στο νοικοκυριό;
Τα ποσοστά δείχνουν ότι είμαστε πολύ κοντά ακόμα σ’ αυτήν την νοοτροπία!
Είδαμε γυναίκες αστροναύτες , πρωθυπουργούς, προέδρους πολυεθνικών εταιρειών, πιλότους μαχητικών αεροσκαφών. Δεν είδαμε όμως να έχει παγιωθεί στις συνειδήσεις αντρών και γυναικών ότι είμαστε και τα δύο φύλα ανθρώπινα όντα με πνευματική υπόσταση με διαφορές απλά φυσικές και συναισθηματικές.
Για ποια ισότητα μιλάμε όταν η Ορθόδοξη εκκλησία, απ’ ότι ξέρουμε, απαγορεύει στις γυναίκες όχι μόνο την ιεροσύνη αλλά να εισέλθουν ακόμη και στο ιερό, σαν να είναι μολυσμένα όντα; Η χειροτονία των γυναικών ούτε καν συζητείται. Από καμιά εκκλησιαστική ηγεσία ούτε βέβαια πολιτική! Δεν απαγορεύεται στις γυναίκες, στο μισό δηλαδή πληθυσμό, η είσοδος στο Άγιο Όρος;
Κανείς δε διανοήθηκε ακόμα και σήμερα λοιπόν να αμφισβητήσει απαραβίαστα δικαιώματα ανδρών!
Πρέπει να εμπεδωθεί στη συνείδηση αντρών και γυναικών πως είμαστε πλάσματα που μπορούμε μέσα από τον αλληλοσεβασμό και την κατανόηση να συνυπάρξουμε ισότιμα για το όφελος και των δύο φύλων.

Στέλλα Λουκά

Είμαστε διαφορετικοί είμαστε ίσοι

Ρατσισμός: ένα από τα πολλά συμπτώματα της σύγχρονης κοινωνίας!
Έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: μια ομάδα (κοινωνική, φυλετική, θρησκευτική ή άλλη) θεωρείται ανώτερη και αντιμετωπίζει τις άλλες ως υποδεέστερες.
Ένα από τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα που θεσπίζονται από το Σύνταγμα είναι η ισότητα. Κανένας άνθρωπος επομένως δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται διαφορετικά είτε από εμάς είτε από την πολιτεία λόγω της καταγωγής του, του χρώματος του ή οποιουδήποτε άλλου χαρακτηριστικού ή ιδιαιτερότητάς του.
Το ότι διαφέρουμε στο χρώμα δέρματος, στην εθνικότητα, το φύλο, τις αντιλήψεις ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό σημαίνει πως παύουμε να είμαστε ίσοι;
Εξάλλου, αυτή η διαφορετικότητα δεν κάνει τον καθένα μας ξεχωριστό άνθρωπο και προσωπικότητα;
Η επαφή και η γνωριμία με άλλους λαούς και πολιτισμούς, με ανθρώπους με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ιδέες, απόψεις, δε μας βοηθάει να γνωρίσουμε διαφορετικές αντιλήψεις και παραδόσεις διευρύνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο και τον δικό μας τρόπο σκέψης;

Καραγιάννης Αναστάσης
Καρυπίδου Εριέτα

1/2/10

12ος Πανελλήνιος Μαθητικός Διαγωνισμός Ποιήματος και Διηγήματος

Ο διαγωνισμός απευθύνεται και σε μαθητές Γ΄ γυμνασίου και η καταληκτική ημερομηνία υποβολής κειμένων είναι μέχρι 15 Μαρτίου 2010. Όποιος ενδιαφέρεται για περισσότερες πληροφορίες να μπει στην παρακάτω ιστοσελίδα:
λογοτεχνικά επίκαιρα

11/1/10

Παιδική διγλωσσία: πλεονέκτημα ή μειονέκτημα;

Ένα φαινόμενο που όλο και πιο συχνά συναντάται στο ελληνικό σχολείο είναι η παιδική διγλωσσία. Αφορά μαθητές που προέρχονται από μικτές οικογένειες ή από οικογένειες μεταναστών και προκειμένου να ενταχθούν ομαλά στην κοινωνία ή να διατηρήσουν τη μητρική τους γλώσσα, γνωρίζουν, μιλούν και διατηρούν επαφή σε ικανοποιητικό βαθμό με δυο γλώσσες.
Τίθεται λοιπόν ο προβληματισμός αν η παιδική διγλωσσία αποτελεί πλεονέκτημα ή μειονέκτημα για τα δίγλωσσα παιδιά. Αν λάβουμε υπόψη τις έρευνες που έγιναν πάνω στο θέμα, θα δούμε ότι τα παιδιά αυτά μπορούν να μάθουν να χρησιμοποιούν και να κατανοούν μια τρίτη ή τέταρτη γλώσσα πολύ πιο εύκολα από τα μονόγλωσσα παιδιά, καθώς φαίνεται ότι έχουν μια έφεση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Η γνώση δύο γλωσσών, που τις μιλάει κάποιος σαν τη μητρική του και επιπλέον η έφεση στην εκμάθηση άλλων, βοηθούν το άτομο να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες σε άλλους πολιτισμούς, ιδέες, κρίσεις και αντιλήψεις. Το δίγλωσσο παιδί μαθαίνει να αποδέχεται και να εκτιμά τη διαφορετικότητα, καθώς εξοικειώνεται με άλλες κουλτούρες, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς. Μέσα από τη γλώσσα γνωρίζει καλύτερα τον πολιτισμό των χωρών και βλέπει τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία. Τα δίγλωσσα παιδιά μπορούν να συνεννοούνται αλλά και επικοινωνούν βαθύτερα με ανθρώπους διαφορετικής προέλευσης, να συμμετέχουν σε πολυπολιτισμικές οργανώσεις, δραστηριότητες και εκδηλώσεις.
Αξιοποιώντας το προσόν να γνωρίζουν δύο γλώσσες τόσο καλά και τη δυνατότητα να μιλούν περισσότερες, τους δίνονται πολλές επαγγελματικές και οικονομικές δυνατότητες, κυρίως σε επαγγέλματα, που σχετίζονται με το εμπόριο, τον τουρισμό και τις δημόσιες σχέσεις. Μπορούν με περισσή άνεση να ασκήσουν επαγγέλματα που έχουν σχέση με την καλή χρήση των γλωσσών, να ταξιδεύουν στο εξωτερικό, να επικοινωνούν και να σχετίζονται με ανθρώπους διαφορετικών χωρών, κουλτούρας και πολιτισμού. Μπορούν λοιπόν να εκμεταλλευτούν την εξοικείωση με αυτές τις γλώσσες και να αισθάνονται «πολίτες του κόσμου», όπου κι αν βρίσκονται.
Αυτές και πολλές άλλες δυνατότητες προσφέρονται, αρκεί να καταφέρει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να εντάξει ομαλά και ουσιαστικά αυτά τα παιδιά στις τάξεις του ελληνικού σχολείου. Με την κατάλληλη επιμόρφωση των δασκάλων και μια πολιτική που αποδέχεται την ετερογένεια στο σχολείο και την κοινωνία, μέσα από την γνώση της διαφορετικότητας μαθαίνουν και συμβάλλουν να γνωρίσουν και οι υπόλοιποι τον κόσμο, με ένα τρόπο γοητευτικό, μαγικό, γεμάτο χρώματα, αρώματα, γεύσεις, οσμές.
Η παιδική διγλωσσία λοιπόν όχι μόνο δεν αποτελεί μειονέκτημα αλλά τα «γλωσσικά προικισμένα» αυτά παιδιά θα πρέπει να αξιοποιήσουν όλες τις δυνατότητες προς όφελος δικό τους και της κοινωνίας που ζουν.

το παραπάνω κείμενο αποτελεί έκφραση των απόψεων των μαθητών του τμήματος και συμπεριλαμβάνει απόψεις που συζητήθηκαν μέσα στην τάξη και κατόπιν εκφράστηκαν γραπτά στο πλαίσιο της "έκθεσης"

21/12/09

ιδεολογική επιλογή

Σχέση βασισμένη σε μια παρωχημένη μορφή διδασκαλίας, η οποία βομβαρδίζει τους μαθητές με γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα, ασύνδετα και απόμακρα από το αρχαίο κείμενο. Μια φορμαλιστική διδασκαλία, που δεν συνομιλεί με τη νεοελληνική γλώσσα αλλά, αντίθετα, προκαλεί περισσότερη γλωσσική σύγχυση στους μαθητές. Μια μονόδρομη διδασκαλία που αντιμετωπίζει την αρχαία σκέψη και τις ιδέες της ως μαυσωλείο κανόνων. Με σχολικά βιβλία δήθεν διαθεματικά (!), τα οποία περιέχουν κείμενα που δεν μπορεί να προσεγγίσει ένας απόφοιτος των φιλοσοφικών σχολών. Με διδάσκοντες είτε ανεπαρκώς προετοιμασμένους στα πανεπιστήμια για μια σύγχρονη διδασκαλία του μαθήματος είτε καθηλωμένους στη λογική μιας γραμματικοσυντακτικής αποστήθισης. Δεν είναι τυχαίο που δεν έχει γίνει ούτε επιτράπηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο καμία έρευνα για την 20ετή σχεδόν δουλοπρεπή εφαρμογή αυτής της μηχανιστικής και αντιπαιδαγωγικής διδασκαλίας. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια ιδεολογική επιλογή, συνυφασμένη με τη λογική του σημερινού σχολείου της πλήξης και της έλλειψης δημιουργικότητας, με στόχο την παιδαγωγική και πνευματική χειραγώγηση των μαθητών, αλλά και την ολοκληρωτική αποξένωσή τους από τις «επικίνδυνες» ιδέες των αρχαίων κειμένων, μέσω της καλλιέργειας μιας απέχθειας για την αρχαιογνωσία.


Κώστας Aγγελάκος,
επίκουρος καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του περιοδικού «Νέα Παιδεία»
δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 08-11-09

η συζήτηση για τα αρχαία ελληνικά πάλι στην επικαιρότητα

η συζήτηση για τα αρχαία ελληνικά πάλι στην επικαιρότητα

Αναζωπυρώθηκε πάλι η συζήτηση γύρω από τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αφορμή υπήρξε η δημόσια πρόταση του Ε. Κριαρά προς τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου για κατάργηση του σχετικού μαθήματος στο γυμνάσιο. Πρόκειται για μια πρόταση που ακούγεται για πρώτη φορά με τόση επισημότητα μετά από είκοσι σχεδόν χρόνια εφαρμογής της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στις τάξεις του γυμνασίου. Η εμβληματική φυσιογνωμία του μεγάλου δασκάλου κατέστησε το ζήτημα επιτέλους επίκαιρο.

Δυστυχώς η συζήτηση μέχρι τώρα δεν αφορούσε την αναγκαιότητα του μαθήματος αλλά τους τρόπους διδασκαλίας του ώστε να γίνει γοητευτικό στους μαθητές. Μ’ άλλα λόγια όλοι, φιλόλογοι, μαθητές και γονείς θεωρούσαν αυτονόητη την αξία του. Και πώς αλλιώς, αφού υποτίθεται πως αποτέλεσε και αποτελεί το φάρμακο για τη σύγχρονη γλωσσική ασθένεια που δεν είναι άλλη από τη «λεξιπενία». Βέβαια όσοι υποστήριξαν την επιστροφή των αρχαίων στο γυμνάσιο δεν μας εξήγησαν ακόμα, μετά από είκοσι χρόνια συστηματικής διδασκαλίας, γιατί εξακολουθούν οι ίδιοι να παραπονιούνται για «λεξιπενία» των νέων.

Ας είμαστε ειλικρινείς: η διδασκαλία του συγκεκριμένου μαθήματος εξυπηρετεί μόνο εθνοκεντρικά κι εθνικιστικά ιδεολογήματα και δεν αφορά καθόλου τη γλωσσική εκπαίδευση των νέων ούτε βέβαια συμβάλλει στη γνώση του αρχαίου κόσμου.

Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο καθιερώθηκε χωρίς κανένα επιστημονικό – γλωσσολογικό έρεισμα. Αυτός είναι και ο λόγος που κανένας δεν μπορεί να υπερασπιστεί τη διδασκαλία τους χωρίς ιδεολογήματα, τα οποία όμως δεν αντέχουν σε καμιά σοβαρή κριτική. Ένα τέτοιο που πλέον η άρνησή του θεωρείται ιεροσυλία είναι αυτό που υποστηρίζει την ενιαία ελληνική γλώσσα. Χωρίς καμία επιστημονική βάση, δηλαδή, θεωρούμε ότι ο φυσικός ομιλητής της νέας ελληνικής έχει ανάγκη τη γνώση της αρχαίας ελληνικής για να μιλήσει «σωστά»(;). Επίσης η απομάκρυνση από λόγιους και αρχαιοπρεπείς τύπους θεωρείται λάθος που απειλεί την υπόσταση της ελληνικής και επομένως ναρκοθετεί τα θεμέλια του έθνους! Η εξέλιξη ταυτίζεται με τον εκφυλισμό και την αλλοίωση της γλώσσας. Ρόλος λοιπόν των αρχαίων στο γυμνάσιο είναι η πρόληψη μιας τέτοιας εξέλιξης.

Οι παρεξηγήσεις, οι ιδεοληψίες, τα φοβικά συμπλέγματα και οι μύθοι που επέβαλαν τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής είναι πολλοί και φυσικά γίνονται πιο εύκολα πιστευτοί σε τρυφερές ηλικίες όπως αυτές του γυμνασίου. Ετοιμάζουμε έτσι γενιές επιρρεπείς στο νεοκαθαρευουσιανισμό, μονίμως ανασφαλείς για τη γλωσσική τους επάρκεια, με συμπλέγματα κατωτερότητας, όχι μόνο απέναντι στην αρχαία ελληνική αλλά κυρίως απέναντι στους «επαϊοντες». Μια άσκηση πειθαρχίας και φορμαλισμού.
Κι αν κάποτε η στάση έναντι της γλώσσας είχε πολιτική ταυτότητα, σήμερα ο νεοκαθαρευουσιανισμός και τα ιδεολογήματά του έχουν διεμβολίσει όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους. Αυτό ίσως εξηγεί και τη διστακτικότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η πρόταση Κριαρά από τον πρωθυπουργό.

Από μόνη της βέβαια η κατάργηση των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο δεν αποτελεί βήμα διόρθωσης της γλωσσικής εκπαίδευσης. Πρέπει να συνοδευτεί και από σημαντικές αλλαγές στο μάθημα της νέας ελληνικής, ώστε οι μαθητές να αισθανθούν ότι κατέχουν μια ανεξάρτητη και επαρκή γλώσσα που πολυδιάστατα μπορούν να καλλιεργήσουν. Δεν θα την αποκτήσουν, απλώς θα την κατακτήσουν. Και σ’ αυτό θα συμβάλλουν βέβαια δόκιμες μεταφράσεις διαφορετικών ειδών της αρχαίας γραμματείας για μια κριτική προσέγγιση του αρχαίου κόσμου. Ενός κόσμου που τώρα στρεβλώνεται στη συνείδηση των μαθητών, αφού ταυτίζεται με τη μίζερη διδασκαλία γραμματικοσυντακτικών φαινομένων.



Σωτήρης Γκαρμπούνης
Βασίλης Συμεωνίδης


το κείμενο δημοσιεύτηκε στον τοπικό τύπο (ΧΡΟΝΙΚΑ της Δράμας, 10 Νοεμβρίου 2009)